Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΡΥΒΔΗ

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία 27-10-2009


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΡΥΒΔΗ

Παραγωγικότητα, Δημόσιο Χρέος, Στρεβλώσεις της Αγοράς:

Η Ελληνική Οικονομία στηn Οδύσσεια των Εξωτερικών Πιέσεων


Μια νέα κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία πρόσφατα στην χώρα μας που δείχνει ότι έχει όρεξη και διάθεση για δουλειά και αντιμετώπιση των προβλημάτων που μαστίζουν την χώρα. Τα σημαντικότερα προβλήματα με την σειρά τους είναι γνωστά και παλιά: υψηλά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό που τροφοδοτούν το μεγάλο δημόσιο χρέος. Ο κοινός παρονομαστής αυτής της σχέσης τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι η χαμηλή παραγωγικότητα, δηλαδή η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της παραγωγής στην χώρα μας όπως φαίνεται από τον δείκτη του κατά μονάδα κόστους παραγωγής ο οποίος και κατατάσσει την χώρα μας στην τελευταία σειρά παραγωγικότητας ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν σκεφτούμε ότι το ύψος των μισθών στην Ελλάδα είναι το ένα δεύτερο ή ένα τρίτο των αμοιβών σε αντίστοιχες θέσεις εργασίας στις άλλες αναπτυγμένες χώρες. Παρά το πολύ χαμηλό κόστος μισθοδοσίας, οι αντιοικονομίες της έλλειψης υποδομών, της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της αστάθειας σε ότι έχει να κάνει με το επενδυτικό περιβάλλον, δημιουργούν ένα εξαιρετικά αρνητικό επιχειρηματικό σκηνικό, σε ότι έχει να κάνει με τις υποδομές, την τεχνολογία, την γραφειοκρατία κ.α., υπερσκελίζοντας το χαμηλό κόστος μισθοδοσίας.

Η νέα κυβέρνηση καλείται να δώσει άμεσα λύσεις χωρίς καν την παραμικρή περίοδο χάριτος. Λύσεις για την δημιουργία συνθηκών μακροπρόθεσμης ανάπτυξης μέσα από την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων και στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας: Έτσι λοιπόν, χρειαζόμαστε άμεσα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης των υποδομών με στόχο την βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ώστε αυτό να καταστεί διεθνώς ανταγωνιστικό. Είναι απαραίτητα μέτρα για την βελτίωση του ανταγωνισμού, την αντιμετώπιση των καρτέλ, την απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων. Η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων αυτών στην αγορά που εμποδίζουν την ελεύθερη επιχειρηματικότητα και οδηγούν σε αναποτελεσματικότητα, αυξημένο κόστος και χαμηλή παραγωγικότητα είναι απαραίτητη όχι μόνο για να αποκτήσει η ελληνική οικονομία τα βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης, αλλά, ίσως το κυριότερο, για να προσδώσουν μία προς τα έξω μαρτυρία μιας οικονομίας και κοινωνίας αποφασισμένης να ξεφύγει από το αμαρτωλό και γκρίζο παρελθόν έτσι ώστε να αποτελέσει ένα πόλο προσέλκυσης επιχειρηματικών κεφαλαίων για παραγωγικές επενδύσεις μακροπρόθεσμου ορίζοντα και όχι μόνο ευκαιριακές κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στην ελληνική χρηματαγορά και κεφαλαιαγορά. Η βελτίωση της παραγωγικότητας θα φέρει υψηλούς ρυθμούς αυτόνομης ανάπτυξης που αποτελεί και την μόνη υγιή συνταγή για μείωση των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους σε μόνιμη και σταθερή βάση. Για να λυθεί το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας και να γίνουμε διεθνώς ανταγωνιστικοί ώστε να προσελκύσουμε επενδύσεις αλλά και να διατηρήσουμε την παραγωγική μας ικανότητα θα πρέπει να μειωθεί το συνολικό κόστος παραγωγής. Αυτό σημαίνει είτε μείωση των πραγματικών μισθών, είτε βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Το πρώτο, εκτός του ότι είναι το ποιο ανελαστικό, δεν έχει πλέον κανένα περιθώριο μείωσης. Οι μισθωτοί έχουν εξαντληθεί και εκτός από τις σημαντικές κοινωνικές συνέπειες μιας περαιτέρω συρρίκνωσης των μισθών, αυτή μπορεί έμμεσα να επιτείνει περισσότερο την κατάσταση. Έτσι λοιπόν αποτελεί μονόδρομο η δημιουργία των υποδομών μέσω ενός επιστημονικά στοχευμένου μακροπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής πολιτικής με ταυτόχρονη δημιουργία ενός σύγχρονου νομοθετικού πλαισίου που θα απλοποιεί και θα ενδυναμώνει την ελεύθερη επιχειρηματικότητα.

Στην προσπάθειά της αυτή η ελληνική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει, όπως και η προηγούμενη, δύο πολύ σημαντικούς περιορισμούς: από την μια τις αρνητικές επιπτώσεις της μεγαλύτερης διεθνούς κρίσης από το 1929 και από την άλλη το σύμφωνο σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αυτό αφορά στον στόχο του 3% για το έλλειμμα του δημόσιου τομέα. Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια κατάσταση όπου από την μία πρέπει να αντιμετωπίσουμε την Σκύλλα του αρνητικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος στην χώρα μας που χρίζει επενδύσεων και ανάπτυξης με την δημιουργία των απαραίτητων υποδομών μέσω του προγράμματος κρατικών επενδύσεων και από την άλλη την Χάρυβδη της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης όπου το κράτος θα πρέπει να ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για την αναθέρμανση της οικονομίας. Οι ανάγκες όμως αυτές όμως έρχονται αντιμέτωπες με τις απαιτήσεις του συμφώνου σταθερότητας για την διατήρηση του ελλείμματος κάτω του 3% του ΑΕΠ στο άμεσο μέλλον. Η Ελλάδα ποτέ πρόσφατα δεν πέτυχε ένα έλλειμμα αυτής της τάξης, αλλά πρέπει να το πετύχει σήμερα έπειτα από την κρίση και με επιτακτικές τις ανάγκες για δομικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της. Στο βαθμό που η Ε.Ε. επιμείνει στον στόχο αυτό παρά τις σημαντικές επιπτώσεις της κρίσης σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο στην Ελλάδα, η οποία δεν είναι και η μόνη φυσικά χώρα με ελλείμματα άνω του 3%, τότε για την χώρα μας το σοκ της αναγκαστικής προσαρμογής μπορεί να μην έχει μόνο μεταβατικές, αλλά και μόνιμες επιπτώσεις στο ΑΕΠ, την απασχόληση, την ανάκαμψη της εθνικής μας οικονομίας ή την κοινωνική ειρήνη.