Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ο όρος «Greek statistics» ανέκδοτο στους ευρωπαϊκούς κύκλους….

Κάθε οικονομολόγος γνωρίζει την σχέση που υπάρχει σε όλες ανεξαιρέτως τις αγορές ανάμεσα στο ρίσκο (επενδυτικό κίνδυνο) και την απαιτούμενη απόδοση μια επένδυσης. Η σχέση αυτή είναι άμεση, άρρηκτη και φυσικά προφανής. Περισσότερο από όλους όμως είναι αναγκαίο να γνωρίζουν, να σέβονται αλλά και να λειτουργούν ανάλογα προς την σχέση αυτή εκείνοι που λαμβάνουν αποφάσεις (policy makers) για το παρόν και το μέλλον μιας οικονομίας. Η πραγματικότητα όμως για την Ελλάδα δείχνει διαφορετική. Πρωθυπουργοί, υπουργοί και εκπρόσωποι της κυβέρνησης νυν και πρώην, έχουν εμπλακεί σε μια διελκυστίνδα αντιπαράθεσης και διαφωνίας με επίκεντρο τα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας. Αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο ζοφερών προβλέψεων για την οικονομία μας όπου απαιτούνται άμεσα σοβαρές τομές και μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της αναπτυξιακής τροχιάς της χώρας. Δυστυχώς όμως τα φαινόμενα της εκ των έσω παραδοχής της αναξιοπιστίας των οικονομικών μεγεθών της οικονομίας μας, δείχνουν είτε άγνοια του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι αγορές είτε μια έκφραση κοντόφθαλμης κομματικής στρατηγικής που στον βωμό του πρόσκαιρου πολιτικού κέρδους θυσιάζει την μεσοπρόθεσμη εικόνα της οικονομίας μας στις διεθνείς χρηματαγορές. Έχουμε δει και από τα δύο κόμματα εξουσίας να προσπαθούν μετά την εκλογή τους να μεταθέσουν στην προηγούμενη κυβέρνηση με διάφορους τρόπους μέρος του δημόσιου χρέους ή του τρέχοντος ελλείμματος. Αυτό έγινε μετά τις εκλογές του 2004 με την τότε νέα κυβέρνηση να υλοποιεί τις προεκλογικές της εξαγγελίες για την δημοσιονομική απογραφή που είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός αυξημένου ελλείμματος (που προέρχονταν κυρίως από τον τρόπο καταγραφής των αμυντικών δαπανών) για εκείνη την περίοδο, το οποίο διαφορετικά θα καταγράφονταν σύμφωνα με πάγιες πολιτικές πολλών ευρωπαϊκών χωρών μέσα στο επόμενα χρόνια χωρίς ο ετεροχρονισμός αυτός να είχε καμιά ουσιαστική συνέπεια για τον μέσο έλληνα αν παρέμενε ως είχε. Το έλλειμμα και το χρέος είναι υπαρκτό-πραγματικό είτε αυτό καταγραφεί λογιστικά στους εθνικούς λογαριασμούς κατά το τρέχον είτε στα επόμενα έτη. Η απογραφή και άμεση καταγραφή του ήταν θετική μόνο για την εικόνα της τότε κυβέρνησης που προσπάθησε από τη μια να φανεί αξιόπιστη και από την άλλη να αποποιηθεί τις αμυντικές δαπάνες από τους δικούς της προϋπολογισμούς. Η καθαρά πολιτική αυτή απόφαση βέβαια οδήγησε τη χώρα σε επιτήρηση από τις ευρωπαϊκές αρχές και υπαγόρευση επιβολής εκτάκτων μέτρων (αύξηση ΦΠΑ, ειδικών φόρων, κλπ). Ταυτόχρονα όμως άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά οι ήδη προϋπάρχουσες αμφιβολίες και υποψίες για την ποιότητα και ακρίβεια των στοιχείων που παρουσιάζει η Ελλάδα στους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και γενικότερα στις χρηματαγορές. Χαρακτηριστική της αμφισβήτησης αυτής ήταν η άρνηση της Eurostat να αποδεχτεί την υπέρογκη αύξηση του ΑΕΠ κατά 25,7% που πρότεινε ο τότε υπουργός Οικονομίας - ενέκρινε μόνο μια αύξηση κατά 9,6%. Η καχυποψία των Ευρωπαίων έγινε βεβαιότητα όταν η τωρινή κυβέρνηση αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά της τον περασμένο Οκτώβριο έσπευσε να ανακοινώσει στις αγορές ότι το έλλειμμα για το πρώτο εννεάμηνο του 2009 ήταν υπερδιπλάσιο από αυτό που έδινε η προηγούμενη κυβέρνηση έναν μόλις μήνα πριν: από 6% εκτινάχτηκε μέσα σε λίγες ημέρες στο 12,7%. Όλη αυτή η τραγελαφική κατάσταση αποκρυσταλλώνεται στον όρο “Greek statistics” που αποτελεί πλέον ανέκδοτο στους ευρωπαϊκούς κύκλους. Στους δικούς μας κύκλους, των οικονομολόγων που ασχολούνται με την εμπειρική ανάλυση δεδομένων, είναι πολύ γνωστά τα προβλήματα που υπάρχουν με την ποιότητα των δεδομένων που παίρνουμε για την ελληνική οικονομία ώστε να αναγκαζόμαστε να μην συμπεριλαμβάνουμε την Ελλάδα σε στατιστικές μελέτες όπου υπάρχει πλήθος άλλων χωρών.
Τα εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια δεν ενδιαφέρουν βέβαια τις χρηματαγορές. Αυτό που ενδιαφέρει τους επενδυτές είναι η αξιοπιστία και ακρίβεια των στοιχείων που ανακοινώνονται για την ορθή εκτίμηση του κινδύνου που αναλαμβάνουν. Οι αγορές αισθάνονται πολύ πιο σίγουρες γνωρίζοντας με βεβαιότητα την πραγματική κατάσταση για τα ελληνικά δημοσιονομικά μεγέθη έστω και αν αυτή δεν είναι καλή, παρά μη γνωρίζοντας τι ακριβώς συμβαίνει. Είναι προτιμότερη η βεβαιότητα μιας δεινής οικονομικής κατάστασης από την αβεβαιότητα και τις διαρκείς αναθεωρήσεις και επανεκτιμήσεις. Αυτό διότι είναι γνωστή θεωρητικά και έχει αποδειχτεί και εμπειρικά η τάση των επενδυτών για αποστροφή από τον κίνδυνο (risk aversion). Στην πράξη αυτό μεταφράζεται στην απαίτηση από τις αγορές παροχής υψηλότερων αποδόσεων σε τίτλους που υπάρχει αυτή η αβεβαιότητα. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που την πληρώνουμε άμεσα και ακριβά ως οικονομία μέσω αύξησης των περιθωρίων (spreads) των ελληνικών κρατικών ομολόγων συγκρινόμενα με αυτά της γερμανικής κυβέρνησης. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής μας ικανότητας με την αρχή να γίνεται από την Fitch πριν μερικές εβδομάδες, είναι μια ακόμη πλευρά αυτής της πραγματικότητας: σε μια οικονομία όπως η ελληνική που ανήκει στην ζώνη του ευρώ, η υποτίμηση του νομίσματός της δεν είναι δυνατή, αλλά η μείωση της αξιολόγησης της (rating) από τους διεθνείς οίκους εκτίμησης του επενδυτικού κινδύνου αποτελεί δίαυλο εκτόνωσης της αβεβαιότητας. Ακόμη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα ομόλογά μας έχουν επενδύσει περίπου 300 δις ευρώ θεσμικοί επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία και κερδοσκόποι της διεθνούς χρηματαγοράς που ως στόχο τους έχουν φυσικά την μεγιστοποίηση των αποδόσεών τους από την αγορά αυτών των τίτλων του ελληνικού δημοσίου. Έτσι σε περιόδους αβεβαιότητας και αναξιοπιστίας των δεδομένων για την ελληνική οικονομία είναι προς το συμφέρον των επενδυτών που κερδοσκοπούν με τους ελληνικούς τίτλους να μεγεθύνουν και να τονίσουν υπέρ του δέοντος τις όποιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας καθώς αυτές αποτιμώνται άμεσα από την αγορά με την μορφή μειωμένων ratings και αυξημένων spreads και συνεπώς μεγαλύτερων αποδόσεων για τους κατόχους των τίτλων του ελληνικού δημοσίου. Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια περίοδο με αντικειμενικά σοβαρά προβλήματα για την ελληνική οικονομία που είναι το αυξημένο δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού που το τροφοδοτούν. Σε αυτή λοιπόν την κρίσιμη φάση είναι πολύ περισσότερο από πριν απαραίτητη η χάραξη μιας σοβαρής και μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής απαλλαγμένης από εσωτερικούς μικροπολιτικούς μυωπικούς στόχους. Μιας πολιτικής που θα δώσει στις αγορές το μήνυμα της σταθερότητας και σοβαρότητας με την οποία οι ελληνικές αρχές θα προσεγγίζουν υπερκομματικά τα δεδομένα προβλήματα με στόχο την μεσο-μακροπρόθεσμη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών και την ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας.