Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Η πανάκεια της Πράσινης Ανάπτυξης. Μύθοι και ελληνική πραγματικότητα

Τον τελευταίο χρόνο η ιδέα της πράσινης ανάπτυξης βρίσκεται έντονα στο προσκήνιο. Έγινε ευρύτερα γνωστή και οικείο άκουσμα για κάθε έλληνα και ελληνίδα κυρίως μέσω του προεκλογικού προγράμματος της τωρινής κυβέρνησης και των προγραμματικών της δηλώσεων με την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας.

Πέραν όμως των πολιτικών τοποθετήσεων με τέτοιο προσανατολισμό, η πράσινη ανάπτυξη αποτελεί το θέμα πολλών συζητήσεων, διαβουλεύσεων, δημοσιεύσεων και –όπως πολύ πρόσφατα- συνεδρίων που πραγματοποιούνται στην χώρα μας με επιφανείς Έλληνες αλλά και ξένους ομιλητές. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους προωθεί και ενστερνίζεται τις απόψεις αυτές. Ίσως μπορεί να θεωρηθεί και εκτός τόπου και χρόνου αυτός που δεν δέχεται a priori ότι η πράσινη ανάπτυξη πρέπει να είναι βασικός στόχος μιας σύγχρονης κοινωνίας και ιδιαίτερα της ελληνικής.

Τι είναι λοιπόν η πράσινη ανάπτυξη; Και αν είναι τόσο απαραίτητη και δίνει τόσες λύσεις στα αδιέξοδα της οικονομίας γενικότερα και ειδικότερα στα δομικά προβλήματα της ταλαιπωρημένης ελληνικής, γιατί χρειάζεται να την προωθούμε, να την διαφημίζουμε και να χρειάζεται εκπαίδευση και ενημέρωση για να την ενστερνιστεί ο έλληνας; Ακόμη περισσότερο, γιατί να χρειάζεται ιδιαίτερα κίνητρα πέραν των συνηθισμένων και θεσμοθετημένων ο επιχειρηματικός κόσμος για να αγκαλιάσει και αυτός με την ίδια ζέση και αισιοδοξία τις νέες αυτές μορφές ανάπτυξης;

Η απάντηση είναι φυσικά ότι η μορφή αυτή ανάπτυξης δεν είναι ακόμη, και δεν ξέρουμε αν θα γίνει ποτέ, το ίδιο οικονομικά αποδοτική όταν συγκρίνεται με τα καθιερωμένα μοντέλα. Φυσικά και όλοι μας θέλουμε καθαρότερο περιβάλλον, μείωση των ρύπων από την βιομηχανία και μικρότερη παρέμβαση του ανθρώπου στην φύση. Είναι αυτονόητο ότι ανάμεσα στην μη αναστρέψιμη υπερ-χρήση των παραγωγικών πόρων μας και στην επιλογή των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας όλοι θα ταχθούμε υπέρ της δεύτερης. Όμως είναι εξίσου φρόνιμο και σοβαρό να έχουμε παράλληλα και πραγματικούς, υλοποιήσιμους και μη αντικρουόμενους στόχους.

Η ελληνική οικονομία περνάει μια από τις σοβαρότερες κρίσεις της στις τελευταίες δεκαετίες διότι δεν καταφέραμε να έχουμε βιώσιμη αειφόρο μακροχρόνια ανάπτυξη. Έχουμε τεθεί υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πράγμα που σημαίνει ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε ως πολίτες πολλά κεκτημένα και κοινωνικές κατακτήσεις μας όπως τα όρια συνταξιοδότησης, το ύψος των συντάξεων, τις παροχές του δημόσιου τομέα, τις ασφαλιστικές καλύψεις μας, κλπ. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορέσαμε λόγω των γραφειοκρατικών, κοινωνικών και άλλων αγκυλώσεών μας να έχουμε πραγματική ανάπτυξη, οποιασδήποτε μορφής. Βρισκόμενοι τώρα σε αυτήν εξαιρετικά δύσκολη θέση χρειαζόμαστε την οικονομική μεγέθυνση άμεσα και επιτακτικά.

Δεν βρισκόμαστε στην προνομιακή θέση μιας οικονομίας όπως η Δανία, η Σουηδία ή η Νορβηγία, οι οποίες έχουν ξεπεράσει τα βασικά προβλήματά τους και βρίσκονται σε μια φάση σταθερής αναπτυξιακής πορείας στην οποία μπορούν να έχουν την πολυτέλεια να θυσιάσουν μέρος της για να μετασχηματίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα προς την κατεύθυνση της πράσινης ανάπτυξης. Το πρόβλημά στην χώρα μας δεν είναι η έλλειψη πράσινης ανάπτυξης αλλά η έλλειψη οποιασδήποτε ανάπτυξης. Το ζητούμενο για την χώρα μας στο άμεσο μέλλον είναι να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανές απώλειες της κοινωνικής ευημερίας με προγράμματα που θα αναζωογονήσουν τον παραγωγικό μηχανισμό άμεσα και αποτελεσματικά.

Δεν είναι καιρός για οικολογικά κίνητρα και δέσμευση παραγωγικών πόρων σε λιγότερα αποτελεσματικές βραχυπρόθεσμα παραγωγικές διαδικασίες. Ένα απλό παράδειγμα της σύγκρουσης των στόχων αυτών αποτελεί και η επιβολή των επιπρόσθετων «πράσινων» τελών στα αυτοκίνητα παλαιότερης τεχνολογίας. Αυτό το μέτρο καταδεικνύει μια καθαρά εισπρακτική φιλοσοφία η οποία επί πλέον είναι και αναποτελεσματική. Οι ιθύνοντες του υπουργείου ξεχνούν πως βρισκόμαστε σε μια περίοδο κρίσης η οποία αποτέλεσε το τελειωτικό χτύπημα για τα εισοδήματα των μισθωτών και των συνταξιούχων μετά από μια μακρά περίοδο λιτότητας και άδικης φορολόγησης αυτών των εισοδημάτων. Αποτελεί κίνητρο το «πράσινο» τέλος για την χρήση περισσότερο φιλικών προς το περιβάλλον αυτοκινήτων; φυσικά και όχι!

Ο συνταξιούχος που συντηρεί ένα αυτοκίνητο δεκαετίας (μάλιστα τα τέλη ξεκινούν από την πενταετία) δεν το κάνει κύριοι του υπουργείου γιατί αδιαφορεί για το περιβάλλον, αλλά διότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για να αποκτήσει καλύτερο. Η επιβολή των δυσβάσταχτων τελών κυκλοφορίας δεν θα τον παρακινήσουν να το αντικαταστήσει με ένα νέο υβριδικό αυτοκίνητο αλλά θα τον ωθήσουν στην μη-χρήση του ή στην παράδοση των πινακίδων του στις αρμόδιες αρχές.

Το αποτέλεσμα είναι το εισπρακτικό αυτό μέτρο να έχει μειωμένο όφελος αν όχι αρνητικό για τα δημόσια ταμεία τα οποία φυσικά έχουν αυτή την περίοδο μεγάλη ανάγκη από ρευστότητα. Ίσως από εισπρακτική άποψη, αφού αυτό που θα έπρεπε να είναι βραχυπρόθεσμα το κύριο μέλημά μας σε αυτή την κρίσιμη φάση της οικονομίας μας, να είναι πιο αποτελεσματική η χρήση των αυτοκινήτων αυτών και όχι η αντικατάστασή τους από νεότερα ή ο παροπλισμός τους.

Με τον παροπλισμό δεν εισπράττονται ποτέ τα τέλη κυκλοφορίας («πράσινα» και μη-πράσινα) και με την αντικατάσταση τα έσοδα των δημόσιων ταμείων από τους φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα θα μειωθούν καθώς οι παλαιάς τεχνολογίας κινητήρες τείνουν να καταναλώνουν σημαντικά περισσότερα καύσιμα στην χρήση τους. Βλέπουμε λοιπόν από αυτό το παράδειγμα πως χρειάζεται η κυβέρνηση να διαχωρίσει τους στόχους της σε άμεσους και άλλους περισσότερο μεσοπρόθεσμους δίνοντας προτεραιότητες στα σχετικά μέτρα.

Η περιβαλλοντική ευαισθησία είναι θεμιτή και απαραίτητη για μια σύγχρονη κοινωνία και σε αυτό η κυβέρνηση θα βρει τους πολίτες στο πλευρό της αρκεί πρώτα να έχουν λυθεί ή να έχουν πάρει τον δρόμο της οριστικής διευθέτησης τα σημαντικά δημοσιοοικονομικά προβλήματα που απειλούν άμεσα την ποιότητα ζωής πολλών κοινωνικών ομάδων και ιδιαίτερα αυτή των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Περικλής Γκόγκας
Λέκτορας Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών ΟικονομικώνΤμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης