Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Ασύγχρονοι Κύκλοι και Ευρωπαϊκή Σύγκλιση

Περιοδικό Foreign Affairs - Μάρτιος 2013


Ασύγχρονοι Κύκλοι και Ευρωπαϊκή Σύγκλιση


Περικλής Γκόγκας
Επίκουρος Καθηγητής
Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Ιωάννης Πραγγίδης
Λέκτορας
Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης


Η Πορεία προς την Ενοποίηση

Μετά την κρίση του 2008 οι κυβερνήσεις και οι επενδυτές έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στην επόμενη ημέρα. Έπειτα από τέσσερα χρόνια σκληρής μάχης για την αποκατάσταση της ρευστότητας στο παγκόσμιο σύστημα, αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες που προκύπτουν από τον αργό ρυθμό ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας σχεδόν σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Η λογιστική αποτύπωση της κρίσης στην Ευρωζώνη δίνει τη θέση της στην ανάγκη χάραξης και υλοποίησης μιας μακροχρόνιας οικονομικής πολιτικής. Έπειτα από 11 χρόνια κυκλοφορίας του ευρώ και μιας ισχυρής κρίσης έχουμε τα δεδομένα ώστε να εξάγουμε με ικανοποιητικό βαθμό ασφάλειας ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα για τη λειτουργία της οικονομίας της Ευρωζώνης αλλά και για το μέλλον το οποίο ίσως για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της κρίσης διαγράφεται λιγότερο σκοτεινό και αβέβαιο.

Ασύγχρονοι Κύκλοι

Το κυριότερο ερώτημα είναι πως θα καταφέρουν να συμβιώσουν οι χώρες του Νότου με τις χώρες του Βορρά στα πλαίσια ενός κοινού νομίσματος. Η κοινή άποψη υποστηρίζει ότι η έλλειψη εθνικής συναλλαγματικής πολιτικής θα οδηγήσει σε περαιτέρω ύφεση τις χώρες του Νότου, αφού το ζητούμενο είναι η υποτίμηση του ευρώ για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Οι χώρες του σκληρού πυρήνα από την άλλη πλευρά, υποστηρίζουν ένα πιο σκληρό ευρώ ώστε να μην διαταραχθεί αφενός η εμπιστοσύνη των αγορών στο κοινό νόμισμα και αφετέρου να μην αντιμετωπίσουν πρόβλημα εισαγόμενου πληθωρισμού με αρνητικές συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών τους στις διεθνείς αγορές. Η παραγωγή πολλών προϊόντων βασίζεται στην εισαγωγή ενδιάμεσων αγαθών, το κόστος των οποίων θα αυξηθεί ως συνέπεια μιας υποτίμησης συμπαρασύροντας παράλληλα το κόστος παραγωγής και άλλων προϊόντων οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο τις οικονομίες σε πληθωρισμό και μείωση της ανταγωνιστικότητας. Στην Διεθνή Νομισματική Θεωρία το πρόβλημα αυτό είναι γνωστό ως το πρόβλημα των «ασύγχρονων επιχειρηματικών κύκλων» (asynchronous business cycles). Στην περίπτωση αυτή, στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης όπως είναι η Ευρωζώνη, δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα στην άσκηση αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής όταν κάποιες χώρες-μέλη βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης ενώ άλλες βρίσκονται σε φάση κάμψης της οικονομικής τους δραστηριότητας ή ακόμα και ύφεσης. Αυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στις χώρες του βορά όπου η ανταγωνιστικότητα είναι υψηλή σε διεθνές επίπεδο, η πραγματική οικονομία αναπτύσσεται σταθερά. Το κύριο μέλημα της νομισματική πολιτικής εκεί πρέπει να είναι η αναχαίτιση των πληθωριστικών πιέσεων που προέρχονται από την άνθηση της οικονομίας και συνεπάγεται αυξημένα εισοδήματα και ενεργή ζήτηση. Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει να ακολουθηθεί μια συσταλτική νομισματική πολιτική (contractionary monetary policy) με περιορισμό της αύξησης της προσφοράς χρήματος. Αυτό επιτυγχάνεται με την αύξηση των επιτοκίων, τον περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης και την πώληση κρατικών ομολόγων μέσω των «πράξεων ανοιχτής αγοράς» (open market operations). Αντίθετα, για τις χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε ύφεση ή και κρίση ως αποτέλεσμα της χαμηλής παραγωγικότητας και κατ’ επέκταση και ανταγωνιστικότητάς τους η ενδεδειγμένη νομισματική πολιτική είναι η αύξηση της προσφοράς χρήματος: μείωση επιτοκίων προκειμένου να δοθούν κίνητρα για νέες επενδύσεις, αγορά κρατικών ομολόγων με πράξεις ανοιχτής αγοράς έτσι ώστε να αυξηθεί η ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα η οποία θα οδηγήσει σε πιστωτική επέκταση μέσω χρηματοδότηση νέων επενδυτικών σχεδίων αλλά και της κατανάλωσης που πρέπει να τονωθεί. Είναι προφανές ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει μία νομισματική πολιτική η οποία να είναι αποτελεσματική για όλες τις χώρες που συμμετέχουν σε αυτή την νομισματική ένωση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση της Ευρώπης είναι λογικό η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να σχεδιάζει και να εφαρμόζει τέτοια νομισματική πολιτική η οποία είναι ευεργετική για τις χώρες των οποίων το ΑΕΠ αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 70% του συνολικού προϊόντος της Ευρωζώνης. Έτσι, βλέπουμε την εφαρμογή μιας συσταλτικής νομισματικής πολιτικής όπου η λέξη πληθωρισμός λείπει από το λεξιλόγιο των ειδικών. Φυσικά εδώ σημαντικό ρόλο παίζει και η «εντολή» (mandate) που έχει ως στόχο να υλοποιεί η ΕΚΤ σε αντίθεση για παράδειγμα με το Federal Reserve τις ΗΠΑ. Η ΕΚΤ από το καταστατικό της έχει ως κύριο στόχο της την λεγόμενη «νομισματική σταθερότητα», την αποφυγή με άλλα λόγια του πληθωρισμού. Η Fed από την άλλη έχει διττό στόχο: την νομισματική σταθερότητα αλλά και την πλήρη απασχόληση. Φυσικά οι δύο αυτοί στόχοι μπορεί πολλές φορές να είναι αντικρουόμενοι. Όμως, αυτή η διαφορά δίνει σημαντικά περιθώρια δράσης στην Fed σε αντίθεση με την EKT. Η ασυμβατότητα αυτή των οικονομικών προτεραιοτήτων οδηγεί πολλούς οικονομολόγους και πολιτικούς να προβλέπουν την διάλυση της Ευρωζώνης. Η προσεκτική παρατήρηση όμως των στοιχείων στη δεκαετία που πέρασε ίσως δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα η οποία είναι σαφώς πιο αισιόδοξη.

Εμπειρικές Ενδείξεις Σύγκλισης

Τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει σύγκλιση των επιχειρηματικών κύκλων μεταξύ των οικονομιών της Ευρωζώνης. Πιο συγκεκριμένα, πρόσφατη μελέτη που θα δημοσιευτεί προσεχώς στο επιστημονικό περιοδικό του ΟΟΣΑ (Gogas 2013, Journal of Business Cycle Measurement and Analysis) δείχνει ότι μετά την εισαγωγή του κοινού νομίσματος το 1999 (με το κλείδωμα των εθνικών ισοτιμιών με το ευρώ) γενικά οι χώρες της Ευρωζώνης εμφανίζουν περισσότερο συγχρονισμένους κύκλους από ότι την προηγούμενη περίοδο. Βέβαια αυτός ο συγχρονισμός όπως αναφέρεται και στην σχετική μελέτη «δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως ένδειξη γενικής οικονομικής σύγκλισης. Παρόλο που οι οικονομικοί κύκλοι εμφανίζονται περισσότερο συγχρονισμένοι μετά το ευρώ, τα θεμελιώδη μεγέθη των χωρών μελών όπως η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα μπορεί να μην έχουν συγκλίνει. Αποτέλεσμα αυτού μπορεί να είναι η πρόσφατη κρίση χρέους που απειλεί ακόμα και την ύπαρξη της Ευρωζώνης.» μετά την υιοθέτηση του ευρώ, οι περισσότερες από τις μικρές περιφερειακές οικονομίες αντιμετώπισαν βασικά και αθροιστικά προβλήματα ανταγωνιστικότητας. Όντας σε μια νομισματική ένωση και ανήμπορες να αντισταθμίσουν το υψηλό κόστος εργασίας και παραγωγής το οποίο είναι αποτέλεσμα κυρίως των διαφορών της παραγωγικότητας της εργασίας, με μια υποτίμηση έδειξαν ότι βασίστηκαν σε ελλείμματα και αύξηση του χρέους στην προσπάθειά τους να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους αλλά και τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους.
Η περίοδος πριν από την κρίση, δηλαδή πριν το 2008, δείχνει ότι πέρα από τη σύγκλιση των επιχειρηματικών κύκλων των χωρών της Ευρωζώνης υπήρχε σύγκλιση στους ονομαστικούς μισθούς, στο επίπεδο των τιμών καθώς επίσης και στο μοναδιαίο κόστος εργασίας. Ο πληθωρισμός στις χώρες του Νότου (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία) ήταν σταθερά πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, το οποίο αποτελεί ένδειξη σύγκλισης του επιπέδου των τιμών των χωρών που είχαν χαμηλότερες τιμές στην έναρξη της κυκλοφορίας του ευρώ. Επιπλέον, φαίνεται πώς η αύξηση των τιμών προκαλείται από την άνοδο των τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή αυτών που δεν συμμετέχουν στο εμπορικό ισοζύγιο των χωρών. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγικότητα της εργασίας δεν τείνει προς τα ίδια επίπεδα μεταξύ των χωρών και χώρες με χαμηλό βαθμό παραγωγικότητας της εργασίας πριν την ένταξη τους στη ζώνη του ευρώ εξακολουθούν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα.

Το Ευρώ

Οι επιπτώσεις από την χρήση του νέου νομίσματος δεν ήταν ομοιόμορφη στις χώρες μέλη: στην Ελλάδα για παράδειγμα, η υιοθέτηση του ευρώ οδήγησε σε σημαντικές αυξήσεις τιμών που μείωσαν την ανταγωνιστικότητα. Στην Ελλάδα, αυτή η απότομη αύξηση των τιμών αντιμετωπίστηκε από τους καταναλωτές ως αυτό που ονομάζουν οι οικονομολόγοι ένα «προσωρινό σοκ» (transitory) ή μια «παροδική επίδραση στο εισόδημα». Έτσι, αντιμετωπίστηκε –λανθασμένα- ως μια προσωρινή μείωση στο πραγματικό εισόδημα. Σύμφωνα με την «υπόθεση του μονίμου εισοδήματος» του Milton Friedman, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιδρούν σε ένα τέτοιο προσωρινό σοκ προσπαθώντας να αφομοιώσουν την επίδρασή του μέσω του δανεισμού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, στους καταναλωτές δεν αρέσουν απότομες βραχυπρόθεσμες αλλαγές (και προς τα κάτω αλλά και προς τα πάνω) στην κατανάλωσή τους και προσπαθούν να την αντισταθμίσουν διασπείροντας το αποτέλεσμα της προσωρινής μεταβολής σε πολλές περιόδους στο μέλλον έτσι ώστε να υπάρχει μικρή μεταβολή στην καταναλωτική συμπεριφορά. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα. Τα νοικοκυριά άρχισαν να συσσωρεύουν χρέος ελπίζοντας να το αποπληρώσουν όταν οι οικονομικές συνθήκες βελτιωθούν.  Η αισιοδοξία από την συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, η σταθερή ανάπτυξη και άλλοι καθαρά συναισθηματικοί και ψυχολογικοί παράγοντες όπως η ανάληψη από την Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δημιούργησαν ένα διάχυτο αίσθημα σιγουριάς ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Αυτή η κατάσταση τροφοδοτήθηκε περισσότερο από την άνευ προηγουμένου πιστωτική επέκταση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτή η πιστωτική ανάπτυξη υποστηρίχθηκε από την ευκολία με την οποία τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια από την ευρύτερη και πλέον ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίου. Τα πιστωτικά ιδρύματα έτσι μεγέθυναν τους ισολογισμούς τους μέσω της χρηματοοικονομικής μόχλευσης (leveraging). Αυτό αποδείχθηκε όπως είδαμε πρόσφατα καταστροφικό. Η Ελλάδα όπως και άλλες περιφερειακές οικονομίες της ευρωζώνης αντιμετώπισαν ένα χάσμα παραγωγικότητας σε σχέση με τις κεντρικές οικονομίες. Για να είναι επιτυχημένη η νομισματική ένωση στο σύνολό της, η οικονομική σύγκλιση ήταν απαραίτητη τόσο στα κρατικά οικονομικά (έλλειμμα, χρέος) όσο και στην οικονομική απόδοση του ιδιωτικού τομέα (παραγωγικότητα, καινοτομία). Η αδικαιολόγητη ευφορία που ακολούθησε την εισαγωγή του ευρώ με το «εύκολο χρήμα» (εύκολο αλλά δανεικό) δημιούργησε μια ψευδαίσθηση πλούτου που αποπροσανατόλισε τόσο τον ιδιωτικό τομέα όσο και τις κυβερνήσεις από το να εστιάσουν στην ανάπτυξη και την μείωση του χάσματος παραγωγικότητας από τους ευρωπαϊκούς μας εταίρους. Ακόμα χειρότερα, οι διαφορές στην παραγωγικότητα και οι ασύμμετροι επιχειρηματικοί κύκλοι αντιμετωπίστηκαν όχι δομικά και ουσιαστικά αλλά με νέο δανεισμό. Όπως αναφέραμε παραπάνω, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ είναι αναγκαστικά σχεδιασμένη να εξυπηρετεί τις «μεγάλες» χώρες της ΕΕ καθώς αυτές παράγουν συντριπτικά το μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Στον βαθμό που κάποιες από τις μικρότερες οικονομίες αντιμετωπίζουν δυσμενείς μεταβολές στο ΑΕΠ τους που δεν είναι συγχρονισμένες με τις λεγόμενες «μεγάλες» χώρες, το μόνο εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν είναι η δημοσιονομική πολική. Η Ελλάδα όπως και άλλες μικρές περιφερειακές οικονομίες στην ΕΕ προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτές τις ασυμμετρίες δημιουργώντας ελλείμματα και αυξάνοντας το δημόσιο χρέος φτάνοντας στην κρίση χρέους που αντιμετωπίζει η Ευρωζώνη.

Το Εμπορικό Ισοζύγιο και η Ισοτιμία

Οι διαφορές ανάμεσα στις χώρες που προκύπτουν στους πραγματικούς μισθούς, όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες για την περίπτωση της Ευρωζώνης (IMF, 2012), οφείλεται εν πολλοίς στη διαφορά παραγωγικότητας και όχι σε μεγέθη που ανήκουν στον πιο στενό πυρήνα του όρου της ανταγωνιστικότητας όπως είναι οι τιμές και το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Τα γενικά στοιχεία της πορείας του ευρώ δείχνουν μια έλλειψη σύγκλισης των χωρών της ζώνης του ευρώ στην αποδοτικότητα της εργασίας όπως αυτή εκφράζεται μέσω των τεχνολογικών βελτιώσεων, της εκπαίδευσης, των υποδομών κ.τ.λ. Είναι επίσης σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι το ευρώ ως ενιαίο νόμισμα δεν ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα επίπεδα της ανεργίας στις χώρες της ζώνης του ευρώ, αφού στα πρώτα χρόνια υιοθέτησης του και έως το 2007 υπήρχε σύγκλιση των ποσοστών μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.
 Αν προσέξουμε το σύνολο της Ευρωζώνης, θα παρατηρήσουμε ότι όλα τα χρόνια πλην ελαχίστων εξαιρέσεων επιτυγχάνονται σημαντικά εμπορικά πλεονάσματα (βέβαια με το μεγαλύτερο μέρος να προέρχεται από τις εξαγωγές της Γερμανίας). Η Ευρωζώνη καταφέρνει να λειτουργεί ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Την ίδια περίοδο η ισοτιμία ευρώ δολαρίου κυμαίνεται σε υψηλά για το ευρώ επίπεδα. Δηλαδή, το σταθερό εμπορικό πλεόνασμα της Ευρωζώνης δεν οφείλεται σε ένα υποτιμημένο ευρώ. Παραδόξως η ίδια εικόνα ισχύει και ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης. Το σχετικό επίπεδο των τιμών των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών δεν αποτελεί τον κυριότερο προσδιοριστικό παράγοντα των ανισορροπιών των εμπορικών ισοζυγίων. Παράλληλα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των Η.Π.Α είναι σταθερά ελλειμματικό καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του ’90 και του ‘00, παρόλο που το δολάριο υποτιμήθηκε από το 2004 έως και σήμερα έναντι των κυριοτέρων νομισμάτων. Με άλλα λόγια, η μείωση των τιμών των αμερικανικών προϊόντων στο εξωτερικό δε βοήθησε στην εξάλειψη του ελλείμματος. Οι λόγοι στην περίπτωση των Η.Π.Α οφείλονται κυρίως στην προτίμηση που δείχνουν οι περισσότερες χώρες να επενδύουν σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα από τις Η.Π.Α διότι η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες δεν είναι αρκετά ισχυρή (έτσι εξηγούνται και τα χαμηλά επιτόκια στις Η.Π.Α). Βέβαια, μέρος αυτού του ελλείμματος χρηματοδοτείται από τις επενδύσεις των αμερικανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, οι οποίες είναι ιδιαίτερα αυξανόμενες τα τελευταία χρόνια.

Συμπέρασμα

Το συμπέρασμα όμως είναι ότι τα νομισματικά μεγέθη (όπως είναι οι τιμές των προϊόντων, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες κ.τ.λ) μακροχρόνια δεν επηρεάζουν τις εξελίξεις στον πραγματικό τομέα της οικονομίας όπως είναι η παραγωγή και η απασχόληση παρά μόνο βραχυχρόνια. Η αρχή αυτή είναι γνωστή ως «ουδετερότητα του χρήματος» (money neutrality). Με βάση αυτήν την παραδοχή φαίνεται να κερδίζει έδαφος ή υπόθεση ότι τα εμπορικά ελλείμματα δημιουργήθηκαν κυρίως εξαιτίας των χαμηλών πραγματικών επιτοκίων μετά την υιοθέτηση του ευρώ αλλά και της προσδοκίας για σύγκλιση και όχι λόγω της έλλειψης ανταγωνιστικότητας των χωρών της περιφέρειας έναντι των χωρών του Βορρά.
Το ζητούμενο λοιπόν στην Ευρωζώνη είναι η επόμενη ημέρα: αυτή στο επίκεντρο έχει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας και της μείωσης της ανεργίας μέσω της μείωσης των εμπορικών ελλειμμάτων των αδύναμων χωρών της.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως μια κεντρική οικονομική πολιτική η οποία ευνοεί τον πληθωρισμό με ταυτόχρονες επενδύσεις στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μπορούν να αποτελέσουν τον οδηγό για έξοδο από την κρίση. Ο πληθωρισμός φαίνεται να δημιουργεί πολύ λιγότερα προβλήματα από αυτά τα οποία λύνει, όπως για παράδειγμα η σταδιακή μείωση του ονομαστικού χρέους, ενώ παράλληλα δεν επιδεινώνει το εμπορικό έλλειμμα στο βαθμό που μέχρι σήμερα πίστευαν οι περισσότεροι οικονομολόγοι. Βέβαια τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης ούτε την έλλειψη κλαδικής πολιτικής μεταξύ των χωρών και φυσικά την ορθολογικοποίηση των κρατικών δαπανών και δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων.